Ρούχα φτιαγμένα στα μέτρα της 
[Ένας ποιητικός μονόλογος]

Απόσπασμα

[ως ενήλικας]

Από τότε που γεννήθηκα η ταμπέλα μου ήταν έτοιμη. Την κόψανε στα μέτρα μου, τη ροκάνισαν, τη λείαναν, άνοιξαν τρύπες δεξιά κι αριστερά για να περάσουν και την αλυσίδα και μου τη φόρεσαν. Μόνο που εγώ, δε φοράω αλυσίδες. Εσύ το ξέρεις καλύτερα από όλους. Αγνόησαν αυτή μου την επιθυμία. Για αυτούς ήταν απλά μια λεπτομέρεια. Για μένα ήταν όλη μου η ζωή.


Νυν το αγρίμι της μυρτιάς Νυν η κραυγή του Μάη

Αιεν η άκρα συνειδήση Αιεν η πλησιφάη


[ως παιδί]

Τί είναι πλησιφάη;

Εσύ!

[προσποιείται τη φωνή της Τζοάννα]

Με λένε Τζοάννα και είμαι από την Αγγλία. Αλλά ο μπαμπάς μου είναι Έλληνας. Θέλεις να σου μάθω Αγγλικά;

[με τη δική της φωνή ως παιδί]

Ναι, θέλω.

[με τη φωνή της Τζοάννα]

Ωραία! Από αύριο. Τώρα είναι αργά. Σε λίγο θα κλείσουν τα φώτα. Goodnight λοιπόν. Αυτό σημαίνει καληνύχτα.

(κάνει με το χέρι της μια κίνηση. Ακουμπά με το μάγουλό της, τη δεξιά παλάμη της).

[ως ενήλικας] 

Έτσι λέω την καληνύχτα ακόμα και σήμερα. Τόσα χρόνια μετά. Η κίνηση γίνεται από μόνη της. Κάτι σαν αυτοματισμός. Μιλώντας σε περαστικούς και σε φίλους στο Λονδίνο ή σε τουρίστες στην Ελλάδα καθώς τους χαιρετώ, τους καληνυχτίζω με αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο. Τον τρόπο της Τζοάννα. Όλα εκείνα τα παιδιά είναι μέσα μου. Ζουν μαζί μου. Τις μέρες, τις νύχτες, τα χρόνια της απόλυτης φυγής.

[ως παιδί]

Μαρκ! Δεν μπορείς να φας; Μαμά, ο Μαρκ δεν μπορεί να φάει! Έχει μια μεγάλη τρύπα στο λαιμό του. Κι εκεί είναι περασμένο ένα σωληνάκι. Είναι τόσο μεγάλο παιδί! Κι όμως δεν μασά. Μου είπε η Ιζαμπέλ ότι δεν έχει οισοφάγο. Έτσι λέγεται αυτό που του λείπει. Οι σο φ άγος. Τί είναι οισοφάγος; Του λιώνουν το φαγητό και το περνάνε από εκείνο το διαφανές σωληνάκι. Όλοι οι υπόλοιποι έχουμε οισοφάγο; Και ο Μαρκ γιατί δεν έχει; Πρώτη φορά γνωρίζω κάποιον που τρώει έτσι. Τον αγαπάω. Έχει σγουρά μαλλιά και μελαμψό πρόσωπο. Και κάτι μεγάλα μπλε μάτια! Ορθάνοιχτα. Με κοιτά συνεχώς. Όλο απορίες έχει. Με νοήματα προσπαθεί να με κάνει να καταλάβω. Κι εγώ το ίδιο. Δεν έχει μαμά. Ούτε μπαμπά. Μου ζωγράφισε μια μεγάλη καρδιά με εσένα, εμένα και τον πατέρα μέσα. Αυτό είναι το σπίτι μας τώρα. Μένουμε σε μια καρδιά. Μια καρδιά κατοικημένη από ανθρώπους πόσο πιο όμορφη είναι! Είναι η πιο όμορφη από όλες όσες έχω δει ποτέ.

(νευριάζει)Σου είπα ότι τον ήθελα. Μαζί μας. Κι εσύ δεν τον πήρες. Όλο με στενοχωρείς. Νομίζω πως το κάνεις επίτηδες. Νομίζω πως φοβήθηκες μη τον αγαπήσω περισσότερο από εσένα. Και μετά…. Δεν θα ήμουν δική σου. Αναθεματισμένη γυναίκα! Πού την έμαθα αυτή τη λέξη; Όπου θέλω!

[ως ενήλικας]

Ξυπνώ λουσμένη στον ιδρώτα. Το βλέπω πολύ συχνά αυτό το όνειρο. Εγώ, ντυμένη με το μπορντό μου φορεματάκι και την τσάντα της Barbie στο χέρι να χοροπηδώ στο διάδρομο του great ormond κατευθυνόμενη προς το ασανσέρ της ελευθερίας μου. Μου κρατάτε τις παλάμες, εκείνες που χρησιμοποιώ για τα goodnight μου, μέσα στις δικές σας και το ασανσέρ ανοίγει. Κι εκεί, ανάμεσα στις δυο συρόμενες πόρτες του βλέπω τον Μαρκ. Να μας κοιτά με αυτά τα μεγάλα υπέροχα μάτια σα μικρό αδέσποτο σκυλί που ζητά ένα σπίτι. Κλαίει, θέλει να έρθει μαζί μας. Κλαίω κι εγώ και φωνάζω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου να τον πάρουμε, τραβούν οι νοσοκόμες τα χέρια του να αφήσει το ασανσέρ κι αυτή η εικόνα δεν φεύγει από το μυαλό μου.  Με κατατρέχει παντού. Τριάντα ένα χρόνια τώρα. Το παιδί με τα κατσαρά μαλλιά και τα τεράστια μάτια τρέχει στα όνειρά μου, βάζει φωτιά στις σκέψεις μου, ανοίγει όλες τις ερμητικά κλειστές συρόμενες πόρτες του μυαλού μου.