Ο πίνακας (απόσπασμα)

Σαλόνι πλούσιας οικίας με παλιά και λίγο φθαρμένα έπιπλα. Δεξιά η εξώπορτα. Αριστερά μια πόρτα που οδηγεί στην κουζίνα. Στο βάθος ένας διάδρομος προς τις κρεβατοκάμαρες. Ακούγεται όπερα από ένα παλιό πικ απ. «La mama morta». Η Μαρίκα με μεταξωτή ρόμπα, αλλά φθαρμένη και μια ζακέτα, στέκεται ακουμπισμένη ελαφρώς στο τραπέζι και βάζει φρέσκα λουλούδια σε ένα βάζο. Δίπλα στο βάζο μια κορνίζα με μια φωτογραφία ενός νεαρού άντρα με στολή ναύτη. Στον καναπέ ένα παλτό. Δίπλα στην εξώπορτα ένα μικρό μαρμάρινο τραπεζάκι με κλειδιά. Χτυπά το κουδούνι. Παίρνει το μπαστούνι της και περπατά προσεκτικά στηριζόμενη σε αυτό. Πάει στο πικ απ, κλείνει τη μουσική και μετά ανοίγει την πόρτα. Μπαίνει ο Γιάννης.

ΓΙΑΝΝΗΣ

Κυρά Μαρίκα, καλημέρα! Δε χτύπησα πολύ ε; Είδες; Το ‘μαθα τώρα. Τις πρώτες φορές ξεχνιόμουν μωρέ. Και βάραγα τα κουδούνια συνέχεια. Να με συμπαθάς. Ένα μυαλό. Αυτή τη φορά όμως… είπα, Γιάννη, μη κάνεις τη γυναίκα και τρέχει πάλι. Μη πιστωμηθεί και την πάρεις στο λαιμό σου. Καλά δεν έκανα; Ε; Καλά έκανα.


[Ο Γιάννης έχει μπει ήδη στο σπίτι κουβαλώντας ένα μεγάλο τετράγωνο δέμα].


ΜΑΡΙΚΑ

Δεν έχω κάτι Γιάννη για να σου δώσω αυτή τη φορά.


ΓΙΑΝΝΗΣ

Όχι, όχι. Αυτή τη φορά σου έφερα εγώ. Δε βλέπεις;


[Κάνει μια κίνηση και τείνει τον πίνακα μπροστά].


ΜΑΡΙΚΑ

Τί είναι αυτό βρε λωποδύτη; Πού το βρήκες πάλι;


ΓΙΑΝΝΗΣ

Ε, όχι και λωποδύτης κυρά Μαρίκα. Μου τα δίνουν. Δεν τα παίρνω έτσι. Αυθαίρετα.  Ε; Καλά δε το ‘πα;


ΜΑΡΙΚΑ

(χαμογελώντας) Μια χαρά.


ΓΙΑΝΝΗΣ

Είδες; Είμαι επιδέξιος μαθητής.


ΜΑΡΙΚΑ

Βέβαια, βέβαια… πώς! Δεν το βλέπω; Το βλέπω.


Ο Γιάννης πάει προς τον καναπέ.


ΓΙΑΝΝΗΣ

Να το ακουμπήσω εδώ;


ΜΑΡΙΚΑ

Ναι, άστο.


[Ο Γιάννης το αφήνει λίγο άτσαλα, πάνω στο παλτό].


ΜΑΡΙΚΑ

Πρόσεχε σε παρακαλώ. Πιο κει.


[Ο Γιάννης ακουμπά το μεγάλο δέμα του δίπλα στο παλτό].


ΓΙΑΝΝΗΣ

Ναι, ναι σχώρα με. Θα στο τσαλάκωνα.


ΜΑΡΙΚΑ

Είναι από κασμίρ.


ΓΙΑΝΝΗΣ

Ε, βέβαια! Φαίνεται το καλό το ρούχο. Εγώ αυτά, τα βλέπω μόνο από φωτογραφίες… Α, και μια φορά που ήρθε ο Σωτήρης ο γείτονας στο σπίτι μου. Πέρασε να με χαιρετήσει για τη γιορτή μου και φόραγε ένα κασκόλ τέτοιο. Να τον έβλεπες πως καμάρωνε! Σα γύφτικο σκεπάρνι. Το βούτηξε από μια πλούσια γριά που τα κακάρωσε. Πριν τη μουλώσει. 


[Η Μαρίκα ξεροβήχει].


ΓΙΑΝΝΗΣ

Ναι, ναι καλά συμπάθα με… λέω και καμιά μαλακία πού και πού ε;


[Χτυπά το τηλέφωνο. Η Μαρίκα το σηκώνει].


ΜΑΡΙΚΑ

Ναι;… Ναι, κορίτσι μου. Θα σε έπαιρνα κι εγώ. Έχω επισκέψεις και μπορεί να καθυστερήσω. Ελάχιστα… Πες το και στη Λουκία…Ναι… Ωραία. Θα τα πούμε εκεί Τούλα μου. Σε φιλώ.


Το κλείνει.


ΓΙΑΝΝΗΣ

Θες να φύγεις κυρά Μαρίκα ε; Δε θα σε καθυστερήσω πολύ.


ΜΑΡΙΚΑ

Το καθιερωμένο τσάι με τις φίλες μου.


ΓΙΑΝΝΗΣ

Χρόνια φίλες;


ΜΑΡΙΚΑ

Από το Γυμνάσιο.


ΓΙΑΝΝΗΣ

Α, είσαι σταθερή. Μπράβο, μπράβο. Έτσι πρέπει. Η αξία του ανθρώπου φαίνεται στους φίλους που του μένουν. Ο Σωτήρης λέει πως στις κηδείες φαίνεται ο αγαπητός άνθρωπος. Εκεί βλέπεις ποιοι θα ‘ρθουν να σε χαιρετήσουν.


[Η Μαρίκα ξεροβήχει].


ΓΙΑΝΝΗΣ

Καλά ναι, δεν το λέω για σένα. Εσύ έχεις χρόνια ακόμα μπροστά σου. Ουουουυ! … Που λες λοιπόν,  για να επιστρέψουμε και στο θέμα μας, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί είναι τόσο ακριβό αυτό το ύφασμα.


ΜΑΡΙΚΑ

Είναι από κατσίκες που ζουν στα Ιμαλάια.


ΓΙΑΝΝΗΣ

Στα Ιμαλάια;


ΜΑΡΙΚΑ

Η θερμοκρασία εκεί είναι πολύ υψηλή. Φτάνει και τους μείον τριάντα. Το μαλλί τους λοιπόν είναι πολύ ζεστό για να αντέχουν. Ζεστό και λεπτό.


ΓΙΑΝΝΗΣ

Τί λες ρε παιδί μου! Θερμοφόρα δηλαδή ε;


ΜΑΡΙΚΑ

Κάπως έτσι.


ΓΙΑΝΝΗΣ

Να πιάσω λίγο;


ΜΑΡΙΚΑ

Παρακαλώ.


[Ο Γιάννης ακουμπά και χαϊδεύει στιγμιαία το παλτό].


ΓΙΑΝΝΗΣ

Πω πω, σαν τη προβιά που κοιμόμουν μικρός στο χωρίο. Αλλά ακόμα πιο μαλακό.


ΜΑΡΙΚΑ

Αυτά τα κατσίκια, τα κατσίκια κασμίρ…


ΓΙΑΝΝΗΣ

Κατσίκια κασμίρ; Τί έτσι λέγονται; Σαν το κασκόλ του Σωτήρη;


ΜΑΡΙΚΑ

Έτσι.


ΓΙΑΝΝΗΣ

Κοίτα να δεις… και γιατί είναι τόσο ακριβό; Κατσίκια είναι, δεν είναι δα και το δέρμα της Λερναίας Ύδρας (γελάει χαζά).


ΜΑΡΙΚΑ

Έχει να κάνει με τον παράγοντα της σπανιότητας. Γι’ αυτό τιμολογείται τόσο ακριβά. Χρειάζεται το μαλλί από οκτώ τέτοια κατσίκια για να φτιαχτεί ένα και μόνο πουλόβερ.


ΓΙΑΝΝΗΣ

Το ‘λεγα εγώ. Το ‘λεγα. Πως εσύ είσαι ο άνθρωπός μου. Αμέσως εσένα σκέφτηκα. Η κυρά Μαρίκα λέω, έχει τόσες γνώσεις. Σίγουρα θα ξέρει.


ΜΑΡΙΚΑ

Τί πράγμα;


[Ο Γιάννης αρχίζει να ξετυλίγει το τετράγωνο δέμα του].


ΓΙΑΝΝΗΣ

Είσαι καθωσπρέπει εσύ. Με τις μουσικές σου, τα κασμίρια σου, τα λουλούδια στα βάζα… δεν μπορεί… θα ξέρεις.


ΜΑΡΙΚΑ

Τί να ξέρω;


ΓΙΑΝΝΗΣ

Από πίνακες.


[Ξετυλίγει το δέμα και είναι ένας πίνακας. Τον έχει γυρισμένο προς το μέρος του].


ΜΑΡΙΚΑ

Από πίνακες; Πίνακα έφερες; Πού τον βρήκες;


ΓΙΑΝΝΗΣ

Θα σου πω… αλλά να μωρέ… είναι που ντρέπομαι λίγο.


ΜΑΡΙΚΑ

Ντρέπεσαι; Εσύ;


ΓΙΑΝΝΗΣ

Ε, μα τί νόμιζες κυρά Μαρίκα; Ότι δεν έχω διαστολή εγώ;


ΜΑΡΙΚΑ

(σοβαρά, σα δασκάλα) Συστολή.


ΓΙΑΝΝΗΣ

Ναι, αυτό. Δεν είναι ότι δεν έχω από αυτό λοιπόν, αλλά ξέρω πως μόνο εσύ μπορείς να με βοηθήσεις. Τί να κάνω κι εγώ; Όπου αλλού κι να τον πάω μπορεί να με κοροϊδέψουν. Και δεν είναι να χάνω ευκαιρίες τώρα. Τώρα είναι δύσκολα τα πράγματα. Άγρια. Πενηντάρισα και ακόμα παλιατζής. Τώρα είναι ή ταν ή επί τας κυρά Μαρίκα. Θα χάσω και τη Νίτσα αν συνεχίσω έτσι. Αρχόντισσα της είχα τάξει να την κάνω κι ακόμα στο δυάρι στον Κολωνό μένουμε. Με τους αλλοδαπούς ολόγυρα. Κι όλο μου το χτυπάει… Καταλαβαίνεις. Με αυτόν εδώ όμως μπορεί αυτή τη φορά να στάθηκα πιο τυχερός.


ΜΑΡΙΚΑ

Γιάννη…


ΓΙΑΝΝΗΣ

Ναι, ναι τελειώνω. Έχεις να πας και για το τσάι σου. Ξέρω. Ουφ. Λοιπόν. Θέλω να δεις τον πίνακα να μου τον εκτιμήσεις.


ΜΑΡΙΚΑ

Δεν είμαι εκτιμητής Γιάννη μου.


ΓΙΑΝΝΗΣ

Ναι, αλλά κάτι παραπάνω θα ξέρεις. Να μου πεις πρώτα εσύ και μετά πάω σε ειδικό. Ε;


ΜΑΡΙΚΑ

Ας είναι… αλλά για να σου πω πρέπει να τον δω. Ακόμα δεν βλέπω κάτι.


ΓΙΑΝΝΗΣ

Είναι που ντρέπομαι που σου ‘πα…


ΜΑΡΙΚΑ

Δεν έχω χρόνο για τέτοια Γιάννη. Έλα σε παρακαλώ να τελειώνουμε.


ΓΙΑΝΝΗΣ

Λοιπόν καλά. Μισή ντροπή δική μου, μισή δική σου κυρά Μαρίκα. Να ξέρεις πως εγώ πρωτίστως σε σέβομαι. Είσαι έτοιμη;


[Η Μαρίκα χαμογελά].


ΜΑΡΙΚΑ

Μπα σε καλό σου σήμερα Γιάννη. Άντε να δούμε τί θα μου δείξεις.


[Ο Γιάννης στρέφει τον πίνακα προς το μέρος της. Ο πίνακας δείχνει έναν νεαρό άντρα όρθιο, ολόγυμνο που φορά μόνο κάλτσες και παπούτσια και στο κεφάλι έχει ναυτικό καπέλο. Η Μαρίκα μένει αποσβολωμένη].