Φουά γκρα

[Η κρεβατοκάμαρα ενός σπιτιού. Το κρεβάτι και μπροστά από αυτό ένα μικρό γραφείο με  τα συρτάρια του. Μια γυναίκα γύρω στα σαράντα πέντε κάθεται και μιλά, έχοντας ανοιχτό ένα κασετόφωνο. Δίπλα στο κασετόφωνο μια εφημερίδα. Η γυναίκα φορά μια σαλοπέτα άσπρη και μπροστά της έχει δεμένη μια ποδιά που είναι πιτσιλισμένη με αίμα].


…Δε χωρά. Καταλαβαίνεις; Κι εκεί είναι που πρέπει να χρησιμοποιήσω το ψαλίδι. Όχι κανονικό ψαλίδι. Άλλο. Ειδικό για τη δουλειά. Να ανοίξει περισσότερο το στόμα. Μόνο έτσι είμαι σίγουρη ότι θα χωρέσει ο σωλήνας σίτισης. Ξέρω. Βλέπω. Τα μάτια όλων πώς με κοιτούν, όταν τα λέω έτσι ωμά. Αναρωτιούνται. Πώς μπορώ και τα περιγράφω σα να μη τρέχει τίποτα. Τρέχει. Ποιος είπε ότι δεν τρέχει; Κάθε βράδυ έχω ημικρανίες. Μια με πέντε. Κάθε βράδυ την ίδια ώρα. Πήγα σε πολλούς γιατρούς. Έκανα εξετάσεις. Δε βρήκαν τίποτα. Είναι ψυχολογικό λένε. Εγώ, που όλοι νομίζουν πως είμαι αναίσθητη, πως δε μου καίγεται καρφάκι να ταΐζω τη χήνα με αυτό τον τρόπο, έχω στρες… Είμαι χρόνια εκεί. Τη μισή μου ζωή σε αυτή τη φάρμα την έζησα. Η στολή που φοράω έχει γίνει δεύτερη σάρκα μου πια. Και ναι, δε θα πω ψέματα. Συνήθισα. Ή έτσι νόμιζα. Αν δεν είχα αυτές τις γαμημένες ημικρανίες να χωρίζουν στα δύο το κεφάλι μου… Την πρώτη βδομάδα έκανα κάθε μέρα εμετό. Ήθελα να φύγω. Αλλά η ανάγκη σε κάνει να τα υπομένεις όλα. Να σφίγγεις τα δόντια και να συνηθίζεις. Θα μου πεις συνηθίζεται η σκατά ζωή; Εξαναγκάζεται. Εγώ αυτό έλεγα πάντα. Σε όσους με ρωτούσαν: Συνηθίζεται; Εξαναγκάζεται. Γιατί τί άλλο είναι πέρα από εξαναγκασμός η συνήθεια; Είναι μια συνθήκη που δεν μπορείς να αλλάξεις. Ποιος άνθρωπος είναι ευχαριστημένος με κάτι, το οτιδήποτε, ακόμα και το τέλειο, ακόμα και την ευτυχία αν δεν μπορεί να την αλλάξει; Έστω και για λίγο. Για μια στιγμή. Μόνο και μόνο για να εκτιμήσει την επανάληψη. Της συνήθειας. Σκέφτομαι συνέχεια τη διαδικασία. Ξανά και ξανά. Μου τρυπά το μυαλό. Λες και… λες και μαζοχιστικά διάλεξα εγώ η ίδια την τιμωρία μου.  Παίρνουμε μόνο τα αρσενικά. (σα να χάνεται για λίγο) Κι εσύ αγάπη μου…

 αρσενικός είσαι. Κοίτα να δεις τέτοια σύμπτωση. Διαβολική. (σα να συνέρχεται) Τα θηλυκά δε μας κάνουν. Έχουν πολύ ιστώδες συκώτι. Μετά τους κόβουμε το ράμφος. Όσο γίνεται πιο βαθιά. Για να χωρέσει ο σωλήνας. Αλλά θέλει βαθιά, γιατί αλλιώς ξαναγίνεται. Ξαναμεγαλώνει το ράμφος. Μετά τα βάζουμε σε ειδικά κλουβιά. Πολύ στενά. Να μη μπορούν να κινηθούν σπιθαμή. Μόνο το κεφάλι προεξέχει… κι ύστερα τους ανοίγω το στόμα και τους βάζω στον οισοφάγο τον σωλήνα. Μεταλλικός. Τριάντα εκατοστών. Την ταΐζω μέχρι να σκάσει. Στην κυριολεξία… Γουίλι μου… σε είχα κλειδωμένο στο δωμάτιό σου. Ναι, ξέρω. Τώρα που τ’ ακούς θα λες «Στέφανο, Στέφανο με λένε!» το ξέρω μάτια μου, αλλά εμένα μου άρεσε το Γουίλι. Από το *Prader Willi. Το σύνδρομο. Άτιμο πράγμα. Να γεννάς ένα παιδί και να σου βγαίνει χήνα προορισμένη για φουά γκρα. Ανέντιμο. Το ξέρω γιέ μου. Δε φταις εσύ. Εγώ δεν άντεχα. Εγώ έκλεινα τα αυτιά μου στις φωνές σου. Εγώ έβαφα κάθε φορά την πόρτα για να καλύψω τα σημάδια από τις κλωτσιές. Για να βγεις. Μόνο και μόνο για να φας. Άλλοι φυλακισμένοι διψούν για ελευθερία κι εσύ… εσύ χρειαζόσουν μόνο τάισμα. Θυμάσαι τότε που σου άνοιξα και είχα αδειάσει το ψυγείο; Με έσπρωξες τόσο δυνατά που έπεσα πάνω στο χερούλι του ντουλαπιού. Γέμισα αίματα. Φοβήθηκες. Αλλά δε κράτησε πολύ. Μετά είχαμε πάλι τα ίδια. Και τα ίδια… και τα ίδια… και τα ίδια. Και σκέψου πως όταν γεννήθηκες δεν ήθελες ούτε να θηλάσεις γιέ μου. Ούτε να θηλάσεις. Σου βάλαμε σωλήνα σίτισης. (παύση)

Οι χήνες σε δυο βδομάδες έτσι όπως τις ταΐζουμε είναι έτοιμες. Τα πνευμόνια τους βέβαια είναι πρησμένα. Σαν ένα μεγάλο πορτοκάλι. Δεν μπορούν να ανασάνουν, τα πόδια τους όταν της βγάζεις έξω, σέρνονται. Πολλές δοκιμάζουν να στηρίξουν το σώμα ακουμπώντας στο χώμα τα φτερά τους. Σκέψου τώρα να έχεις φτερά και να σε αναγκάζουν να σκουπίζεις το χώμα… Μετά τα κρεμάμε ανάποδα και τα σφάζουμε.

Παίρνουμε μόνο το συκώτι. Για αυτό γίνονται όλα… Το δικό μου; Το δικό μου μη σε νοιάζει αγόρι μου. Είναι πρησμένο προ πολλού. Από τότε που σε έστειλα στο ίδρυμα. Δεν άντεχα να σε βλέπω άλλο έτσι. Καμιά φορά σε σκέφτομαι… Δεν έρχομαι να σε δω, το ξέρω. Μη μου κρατάς κακία… Είναι δύσκολο να αντικρύζεις τα κρίματά σου. Για αυτό…μόνο σε σκέφτομαι. Πως θα ήταν η ζωή σου, αν… Και μετά λέω… αυτό σημαίνει Θεία δίκη. Μόνο που λάθος άνθρωπο τιμώρησε αγόρι μου. Λάθος άνθρωπο. Εγώ κάτι έκανα λάθος. Εγώ… Δεν αντέχω να πω άλλα. Τώρα θα πρέπει να το κάνω. Αυτή τη φορά δεν υπάρχει γυρισμός. Αυτή την κασέτα… θα τη λάβεις. Σίγουρα. Στο υπόσχομαι. Δε θα μείνει σαν τις άλλες στο συρτάρι. Να με θυμάσαι με αγάπη. Ξέρω πως…απ’ αυτή έχεις μπόλικη.  Σου εσωκλείω μια φωτογραφία μου. Με την ποδιά μου. Τη δεύτερη σάρκα μου. Μες τα αίματα. Αν την προσέξεις λίγο καλύτερα, καταλαβαίνεις. Πάντα έτσι προχωρούσε η ανθρωπότητα. Μες τα αίματα.


Δευτέρα 25/01/1990   

Κλείνει το κασετόφωνο. Βγάζει την κασέτα και την τοποθετεί στο συρτάρι δίπλα σε άλλες κατά ημερομηνία. Παίρνει την εφημερίδα που είχε δίπλα της. Διαβάζει: «Χθες 25/01/1985 πέθανε σε ηλικία 19 ετών ο Στέφανος Βασιλακάκης μόλις το έκτο καταγεγραμμένο παιδί στην Ελλάδα με σύνδρομο Prader Willi. Το ίδρυμα στο οποίο βρισκόταν έγκλειστο ενημέρωσε για τα αίτια του θανάτου του…» Αφήνει την  εφημερίδα. Βάζει το χέρι της στην μπροστινή τσέπη της ποδιάς της και βγάζει ένα κουτάκι με χάπια. Τα παίρνει.  

*Το σύνδρομο Prader Willi σχετίζεται με την υπερβολική κατανάλωση φαγητού. Παρουσιάζει ιδιαίτερα φυσικά, κλινικά, γνωστικά και συμπεριφοριστικά χαρακτηριστικά με κυριότερα την παχυσαρκία, την υποτονία και τη μέτρια νοητική υστέρηση. Κατά τη βρεφική ηλικία, λόγω της υποτονίας, είναι σχεδόν αδύνατος ο θηλασμός, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιείται σωλήνας σίτισης.