Φτου σου κούκλα μου!

Ένα σαλόνι φορτωμένο από βάζα και παλιές φωτογραφίες ενός κοριτσιού. Σε μια πολυθρόνα καθισμένη μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας. Φορά ένα ακριβό φουστάνι ριχτό, εντυπωσιακό και πολύχρωμο, αλλά εμφανώς παλιομοδίτικο.


Ήταν λέει ατύχημα. Σπαστική παραπληγία. Πήρε λιγότερο οξυγόνο όσο ήταν στην κοιλιά μου από ό,τι χρειαζόταν. Έτσι είπαν. Ατύχημα. Από αυτά τα πράγματα που δεν μπορείς να προβλέψεις. Κυρά Φρόσω έτσι είναι αυτά. Καμιά φορά ο Κύριος… κάνει και λάθη; Τον ρώτησα. Όχι, όχι λάθη. Γιατί λάθος; Ένα τόσο δα πλασματάκι τόσο όμορφο, λεπτεπίλεπτο, σχεδόν διάφανο σου έδωσε. Λάθος είναι; Δίκιο είχε. Δεν ήταν λάθος. Αλλά εγώ τότε… δεν έβλεπα. Ήταν αρχή ακόμα. Δεν ήξερα πού πατώ και πού βρίσκομαι. Πήρα τη Μαρία αγκαλιά και στεκόμουν στην έξοδο του νοσοκομείου. Ακίνητη. Για ώρα. Με σκουντούσαν οι περαστικοί. Έμπαιναν, έβγαιναν… κι εγώ εκεί. Ήρθε ο Μιχάλης αλαφιασμένος. Έλα Φροσάκι μου, τι στάθηκες στη μέση; Σε περιμένω τόση ώρα με αναμμένη τη μηχανή. Την πήρε στα χέρια του, άρπαξε και την παλάμη μου και την έχωσε μέσα στη δική του και σχεδόν με έσυρε στο αυτοκίνητο. Οι πρώτες μέρες ήταν δύσκολες. Θα στο πω όσο κι αν ντρέπομαι. Δεν ήθελα να τη βλέπω. Δεν την πλησίαζα καν. Όλα ο Μιχαλάκης. Να την αλλάξει, να την κοιμίσει, να την ταΐσει. Μου είπε να  πάω σε ψυχολόγο. Εγώ; Σε ψυχολόγο; Εγώ τί έφταιγα; Εγώ… εγώ δεν είχα κάτι. Εκείνο είχε το πρόβλημα. Η Μαρία, μου έλεγε. Η Μαρία μας.  Ναι, αυτή. Αυτή…. Κι όσο θυμάμαι τον εαυτό μου όταν την ένιωσα για πρώτη φορά να κινείται μέσα μου… Τί χαρά που είχα!

Ξέρεις τί λένε για τα όνειρα; Πρέπει να προσπαθείς. Να τα κυνηγάς. Για να γίνεις ευτυχισμένος αυτό πρέπει. Κι αυτό έκανα. Τίποτα διαφορετικό από αυτό. Ο Γιάννης ο πρώην άντρας μου δεν μου ξαναμίλησε ποτέ. Σίγουρα αυτός με καταράστηκε. Κι εκείνη η σκρόφα η μάνα του. Εγώ ήθελα δικό μου παιδί. Δικό μου! Γιατί να πάρω ξένο; Πού ήξερα τί κουσούρια θα μου ‘βγαζε; Να ζω μια ζωή μεγαλώνοντας το πρόβλημα ενός άλλου;…

[Σταματάει για λίγο. Σηκώνεται και παίρνει μια φωτογραφία από το τζάκι ενός παιδιού γύρω στα επτά].

Ένα απόγευμα συνάντησα τυχαία στο δρόμο την κολλητή μου από το σχολείο. Είχαμε να ε ιδωθούμε από τότε. Θα ‘ρθω σπίτι μου λέει. Να γνωρίσω τον άντρα σου, το παιδί σου. Το παιδί μου;… Χτύπησε το κουδούνι την επόμενη της συνάντησής μας. Άνοιξα. Οι φωτογραφίες της Μαρίας όλες στη σειρά, όπως και τώρα. Όλες από τη μέση και πάνω. Έπρεπε οι προσωπικές μας στιγμές να διαπνέονται από μια κανονικότητα. Κούκλα η κόρη σου. Πόσο είναι τώρα; Αχ! Κοντά στην ηλικία της δικής μου! Να συναντηθούμε μια μέρα. Να κάνουν παρέα τα παιδιά. Πού είναι τώρα; Δεν είναι εδώ. Στο μπαλέτο; Η δική μου πάει μπαλέτο από τα τέσσερα. Στο μπαλέτο, ναι. Την  ξαπόστειλα άρον, άρον με τη δικαιολογία πως θα πάω να την πάρω από τη σχολή χορού. Όταν έφυγε, η Μαρία βγήκε από το δωμάτιο σέρνοντας το κορμί της στο πάτωμα και με κοίταξε. Δεν είπε τίποτα. Μόνο με κοίταξε.   

Ότι δεν έκανε κανένας ψυχολόγος τόσα χρόνια, το έκανε εκείνο το απόγευμα το βλέμμα της. Δεν ένιωσα να με κοιτά εκείνη, αλλά εγώ. Και ντράπηκα. Και κατάλαβα. Και γύρισα πίσω στο τέλος του 1985. Όταν εκείνο το διάφανο πλασματάκι που το κρατούσες και φοβόσουν πως θα σπάσει δεν ήταν ένα ξένο παιδί στα χέρια μου, αλλά δικό μου. Έχεις κοιτάξει ποτέ τον εαυτό σου στον καθρέπτη; Το έχεις κάνει ποτέ; Αληθινά. Όχι για να χτενιστείς, να στολιστείς και να πεις φτου σου κούκλα μου! Ή μάλλον να το πεις το φτου σου κούκλα μου. Να το πεις ρε! Να το πεις το φτου σου κούκλα μου! Φτου σου γαμώ την πουτάνα σου, μαλακισμένη! Φτου σου παλιοκαριόλα που εσύ δεν αγαπάς τα άντερά σου, το παιδί σου θα αγαπήσεις; Φτου σου γαμώ το κεφάλι σου! Που δεν έχεις τσίπα πάνω σου! Που κρύβεις το παιδί σου, γιατί φοβάσαι πως θα πουν πως εσύ είσαι η ελαττωματική, εσύ κάτι σάπιο έχεις μέσα σου! Και το έχεις το σάπιο. Μυρίζει κάθε μέρα. Είναι η μπόχα της δειλίας σου.

Το ‘94 χάσαμε τον Μιχαλάκη. Μέσα σε δεκαοκτώ ώρες. Ξαφνικά. Απροσδόκητα. Όπως όλα τα σημαντικά συμβαίνουν. Έκανε να μιλήσει μέρες. Του είχε αδυναμία. Λογικό. Ο πατέρας της ήταν όλος ο κόσμος. Μέγας παραμυθάς. Από εκείνον αγάπησε τα παραμύθια.  Κάθε βράδυ πήγαινε στο δωμάτιό της και της διάβαζε και μετά, αν το τέλος δεν άρεσε στη Μαρία το άλλαζαν. Μαζί. Έτσι αυθαίρετα. Γιατί; Ποιος λέει ότι τα παραμύθια πρέπει να έχουν πάντα το ίδιο τέλος; Και μάλιστα να είναι και χαρούμενο; Ο Μιχαλάκης,  Θεός σχωρέστον!- της έμαθα πως τα παραμύθια είναι ωραία γιατί συμβαίνουν σε αυτά πράγματα απροσδόκητα. Πράγματα που δεν πιστεύεις ότι θα πραγματοποιηθούν. Όπως παραδείγματος χάρη εγώ να αγαπήσω τη Μαρία.

Και να πάρω φόρα ένα πρωί, να μπω στο γραφείο του λυκειάρχη και με δέκα μπαστουνιές με την ομπρέλα μου να κάνω μαύρη την καθηγήτρια της κόρης μου. Εκείνη τη δημόσια υπάλληλο που τόλμησε να πει πως το παιδί μου ποτέ δε θα μπορούσε να γίνει εκπαιδευτικός. Γιατί άλλο αναπηρία, άλλο να είσαι σπαστικός. Έτσι της είπε. Κατέληξα στο τμήμα κι εκείνη… στα αζήτητα. Θα ήθελα. Αλλά δεν τη διώξανε. (ψιθυριστά) Τη σκρόφα. Να μη στεναχωριέσαι μάνα, μου είπε. Ας τη. Δεν ξέρει. Δεν έχει ιδέα. Δεν είχε. Όχι. Κανείς τους δεν είχε ιδέα πως η Μαρία ήταν από τότε ένα πλάσμα πολύχρωμο, όπως τα όνειρά της. Ένα πλάσμα πέρα από τη λογική. Που επιβίωσε όταν όλα ήταν εναντίον της. Που περπατούσε αργά και αυτό της έμαθε πως τα σημαντικά βρίσκονται εκεί που δε σταματήσαμε ποτέ να δούμε. Σε βρώμικους τοίχους με έργα τέχνης και σε ανθρώπους διαφορετικούς. Αλλά πώς να μιλήσεις στον άλλον για το διαφορετικό; Στον κανονικό; Πώς να σε καταλάβει, αν δεν τ ‘χει νιώσει στο πετσί του; Αν της φέρθηκαν άσχημα; Πολλές φορές. Όχι άσχημα. Αδιάφορα. Την κοιτούσαν και δεν την έβλεπαν. Γιατί ο κόσμος φοβάται. Αυτό που δεν μπορεί να προβλέψει. Αυτό που του θυμίζει πως μπορεί να σπάσει ο διάολος το ποδάρι του και να του συμβεί κι εκείνου. Ρατσισμός; Δεν ξέρω αν αυτό λέγεται ρατσισμός. Αλλά ναι. Μπορεί αυτό να είναι. Ο φόβος για το ξένο. Το άλλο. Εκείνο που σου θυμίζει πόσο αδύναμος είσαι. Και αρκεί για αυτό μια γαμημένη στιγμή.

Μια χαρά τα βρήκε εκείνη με τον εαυτό της. Εγώ δεν αντέχω τον δικό μου. Για τότε. Κι ας με συγχώρησε. Όλους τους συγχωρεί η Μαρία. Και τους ευχαριστεί κιόλας, να ξέρεις. Γιατί ακόμα και αυτοί που της φέρθηκαν άσχημα ενίσχυσαν λέει την εσωτερική της δύναμη… Τί της λείπει; Οι άλλοι. Εκείνοι που σου δίνουν τη δυνατότητα της επιλογής. Ελάχιστοι την πλησίασαν και ακόμα πιο λίγοι μένουν μαζί της. Καταλαβαίνεις…   

Το βλέπεις αυτό το φουστάνι;  (δείχνει το πολύχρωμο φουστάνι που φορά). Εκείνη μου το πήρε. Θέλω να κάνω τον κόσμο μου πολύχρωμο, μου είπε. Κι εσύ είσαι μέρος αυτού του κόσμου. Η Μαρία μου… ζει μόνη της στο Χαλάνδρι. Με δικό ης γραφείο παρακαλώ. Ψυχοθεραπεύτρια σπούδασε. Φτιάχνει το δικό της παραμύθι. Και φαντάσου λέει να την επισκεφθεί εκείνη η εκπαιδευτικός που είχε στο Λύκειο τότε. Για να τη βοηθήσει καλέ…