Δέκατη τρίτη

Δωδέκατη. Άλλη μια και θα φτάσω στον αγαπημένο μου αριθμό. Αυτή τη φορά δε με κράτησε το σχοινί. Ή θα αλλάξω τρόπο ή θα κάνω δίαιτα.

Η μαμά είπε την πρώτη φορά ότι δεν ήταν σχοινί. Κορμός από παπαρούνα ήταν. Γι’ αυτό έσπασε κι έπεσα φαρδιά πλατιά στο παρκέ.

Από δέκα χρονών μου το ’λεγε. Ότι εγώ, είχα ανθούς μέσα μου. Μάταια της εξηγούσα ότι η έρημος δεν μπορεί να έχει λουλούδια. Δε ζουν μέσα της, είναι αδύνατο. Κι εκείνη επέμενε….και από ένα σημείο και μετά την πίστεψα. Όποια πληγή κι αν πείραζα, παπαρούνες και κρίνους έβγαζα από αυτήν. Έτσι, άρχισα να το κάνω πιο συχνά. Έξυνα τις πληγές μου και ξεφύτρωναν άνθη. Μόνο που…κάποια στιγμή, τα λουλούδια με έπνιξαν. Τύλιξαν με τους κορμούς τους το σώμα μου, τα χέρια και τα πόδια μου, σώπασαν το στόμα και μόνο μια μικρή χαραμάδα φωτός άφηναν να μπει στα μάτια μου. Για να βλέπω τα λάθη μου, μου είπαν. Καλύτερα να παρέμενα έρημος. Τα παραμύθια σκοτώνουν….και οι γονείς είναι οι καλύτεροι παραμυθάδες τελικά.

"Εσύ παιδί μου είσαι η καλύτερη, εσύ η πιο όμορφη, εσύ η πιο γλυκιά, η πιο ταλαντούχα, η πιο ιδιαίτερη, η πιο σημαντική".
Και η θηλιά που ξαπλώνει δίπλα μου, ακόμα κι αυτή, ιδιαίτερη είναι, γιατί μια μέρα θα πνίξει εμένα και τα άλλα σχοινιά θα λένε: Έι! Κοιτάξτε! είναι το σχοινί που έβαλε τέρμα στη ζωή της Μάρθας. Τι διάσημο σχοινί! Τι χρησιμότητα! Έχει κι αυτό έναν προορισμό στη ζωή του, ένα όνειρο να ολοκληρώσει….

κι ένα άλλο να σκοτώσει…….

Από δεκαεπτά χρονών το κάνω. Έχω τάσεις φυγής. Ακούγεται αστείο, αλλά πραγματικά δε θυμάμαι, γιατί θέλησα να βάλω τέλος στη ζωή μου εκείνη την πρώτη φορά.. Ίσως γιατί μισούσα τις συνηθισμένες νύχτες και οι βραδιές μου με θηλιές ήταν, αν μη τι άλλο, ασυνήθιστες…..

….και για ακόμα ένα ΄΄ίσως΄΄. Ίσως….γιατί φοβόμουν. Την έλλειψη ελευθερίας, τις υποταγμένες καρδιές, την υπεροπτική λογική. Κι εκείνες τις μικρές φυλακισμένες λέξεις που δεν τόλμησαν ποτέ να βγουν απ’ τις σπηλιές τους. Ξόδεψα χρόνια για να καταλάβω ότι ήμουν σαν κι αυτές. Γιατί με κορόιδεψες κυρά Χαρούλα. Με αποκαλούσες ξεχωριστή, όταν για όλους τους άλλους ήμουν συνηθισμένη. Με χαρακτήριζες δυνατή, όταν η ίδια η ζωή καθημερινά με σύμμαχό της το χρόνο, έσβηνε τις αντοχές μου και μου αποδείκνυε το αντίθετο.

Και μετά ήρθαν οι "καταπληκτικές" σπουδές.
"Μπράβο κορίτσι! Συγχαρητήρια!"
"Μα είσαι τρελή; Δεν θα πας στη σχολή; Πανεπιστήμιο πέρασες".

Και πήγε η Μάρθα. Έβαλε κάτω το κεφάλι και πήγε.
Πόσες απόπειρες στην Ξάνθη; Τρεις ή τέσσερις; Μπορεί και πέντε. Πότε αδύναμα σχοινιά, πότε αδύναμοι άνθρωποι και πότε φοβίες με τράβαγαν τελευταία στιγμή πίσω.

"Ο Θεός, ξέρεις πόσο μεγάλος είναι ο Θεός παιδί μου; Αυτός σε έσωσε για μια ακόμη φορά", έλεγε ο πνευματικός που με έστειλαν για ένα διάστημα.
Όχι, δεν ξέρω πόσο μεγάλος είναι ο Θεός, δεν τον έχω δει ποτέ και κάθε που πάω να τον συναντήσω δε με αφήνετε! Αλλά ξέρω γιατί, επειδή θα ανακαλύψω ότι είναι μούφα κι αυτός και θα χορεύω με διαβόλους εκεί πάνω. Γι’ αυτό. Κι αν δεν υπάρχουν ούτε διάβολοι; Και γιατί να υπάρχουν δηλαδή; Αν δεν υπάρχει Θεός ποια η χρησιμότητα του διαβόλου; Ή ακόμα χειρότερα…αν δεν υπάρχουν διάβολοι, ποια η χρησιμότητα του Θεού… Τέτοια του έλεγα του παππούλη και ίδρωνε, ξεΐδρωνε και προσπαθούσε να με πείσει, όχι ότι υπάρχει Θεός, αλλά ότι υπάρχει διάβολος.


Τίποτα δεν πήρα από τον πνευματικό μου…. εκτός από τα χέρια του. Αυτά θα τα κουβαλώ πάντα μαζί μου. Λατρεύω τα δάχτυλα. Είναι το πρώτο πράγμα που κοιτάω σε κάποιον. Ήταν μακριά, αδύνατα και με νεύρο. Εκείνος μιλούσε κι εγώ ερωτοτροπούσα με τα χέρια του. Όταν έφυγα, αφού νόμισε ότι τώρα ήμουν καλά (τι αφελής!), μου το ‘κανε παράπονο. "Παιδί μου, το μόνο που ίσως με ανησυχεί λίγο ακόμα σε σένα είναι που δε με κοίταξες ποτέ. Όλο χαμηλωμένο είχες το βλέμμα". Εμένα πάλι αυτό ήταν το μόνο που με καθησύχαζε. Ότι υπάρχει ακόμα πάθος μέσα μου.

Και μετά γύρισα στην Αθήνα με το χαρτί στο χέρι, Πολιτικός Μηχανικός πλέον και η μαμά καμάρωνε. Εγώ; Έγερνα τους ώμους σαν σε απόγνωση, αλλά ποιος νοιαζόταν για μένα;
Ίσως μόνο ο Καβάφης, εκείνες τις νύχτες που με αγκάλιαζαν οι θηλιές μου. "Είπες θα πάγεις σ’ άλλη γη, θα πάγεις σ’ άλλη θάλασσα, μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη από αυτή. Κάθε προσπάθεια σου μια καταδίκη είναι γραφτή κι είναι η καρδιά σου σα νεκρός θαμμένη".

Θα με αναστήσει κανείς; Θεέ; Είσαι εδώ; Κατέβα κάτω ρε πούστη και απόδειξέ μου ότι είσαι εδώ. Μπορείς; Αρχίδια μπορείς! Αν μπορούσες εδώ θα 'μουν τώρα;

Είναι φορές που θυμάμαι τη μάνα μου. Εκείνα τα βράδια που το σπίτι έμενε χωρίς ρεύμα και δημιουργούσε σκιές στον τοίχο με τα χέρια της, για να μη φοβάμαι το σκοτάδι. Σκυλιά, ελέφαντες, ζώα του δάσους…. κι εγώ με τον αδερφό μου νιώθαμε ότι βρισκόμασταν σε άλλη εποχή. Ίσως και να βρισκόμασταν τελικά. Στην εποχή της άγνοιας.

Κι όταν δεν μπορώ να αντέξω το παρόν, στρίβω το τσιγάρο μου και βλέπω
στον καπνό του ξεθωριασμένες φιγούρες. Τη μικρή Μάρθα με το ροζ το φουστανάκι με τα λουλούδια, να κάθεται σταυροπόδι με ένα σβηστό Καρέλια στο στόμα, προκαλώντας με να γυρίσω πίσω.
Εκεί που η γιαγιά έφτιαχνε μελομακάρονα κι εγώ της διάβαζα Μαλβίνα, εκεί που ο χρόνος ήταν ακόμα σύμμαχος….. Σε εκείνη τη χρονική στιγμή που η ζωή πάλευε με σθένος και δεν τα είχε κάνει πλακάκια με το φόβο. Τότε που ζούσα το παραμύθι μου από το τέλος. Χωρίς κακιές μάγισσες. Με Χιονάτες, Κοκκινοσκουφίτσες, Αλίκες, Σταχτοπούτες.

Και μετά….. ξύπνησα…. και διαπίστωσα ότι είναι το μόνο που έχει rewind. Την πάτησες Μάρθα! Οι αλάνες λιγόστεψαν, οι φίλοι συμπυκνώθηκαν από το χρόνο, οι έρωτες έγιναν εικόνα σε ξεθωριασμένη φωτογραφία…και η πουτάνα η ζωή έσβησε με την πατημασιά της τα πρόσωπα.

Και τί μου έμεινε; Ένα σχοινί, μια θηλιά που πασχίζω χρόνια τώρα να με σφιχταγκαλιάσει για πάντα και να βγάλουμε μαζί τη γλώσσα με αυθάδεια στο γαμημένο χρόνο.

Αυτή τη φορά θα είναι πιο γερό από ποτέ. Μήνες το έψαχνα και χθες επιτέλους το βρήκα. Του έκανα και κόμπο ναυτικό.
Γι’ αυτό μου το μάθαινες πατέρα. Για να 'ρθω μια μέρα να σε συναντήσω. Μόνη μου. Με δική μου επιλογή.
Αποχαιρετώ μια ζωή που δε με άφησε ποτέ να έχω τέτοιες. Παραπλανητική ήταν πάντα. Με μεθούσε για να αντέχω ελλιπείς έρωτες και ψεύτικες υποσχέσεις….και κάθε που τη θύμωνα με τρόμαζε με ανθρώπους με ημερομηνία λήξης και αδυναμίες χωρίς.

Μα εγώ… το μόνο που ζητούσα, το μόνο που μου έλειπε… ήταν λατρεμένα χέρια που σχημάτιζαν σκιές πάνω σε γνώριμους τοίχους.

"Αγαπημένη" μου ζωή αυτή είναι η στιγμή. Μια φορά κι εγώ να σε παραπλανήσω.

Δέκατη τρίτη!